σείρωσις

(I)
-ώσεως, ἡ, Α [σειρῶ (Ι)]
δέσιμο με σχοινί.
————————
(II)
-ώσεως, ἡ, Α [σειρῶ (ΙΙ)]
διήθηση, στράγγισμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σείρωσις — binding fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σειρώσεως — σειρώσεω̆ς , σείρωσις binding fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.